- ὑπερασμενίζω
- ὑπερ-ασμενίζω, übermäßig viel Gefallen od. Vergnügen woran haben
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
υπερασμενίζω — ΜΑ δέχομαι με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ἀσμενίζω «ευχαριστιέμαι»] … Dictionary of Greek
ὑπερασμενίζοντας — ὑπερασμενίζω take exceedingly great pleasure pres part act masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)